Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ψηφιακή Διδασκαλία» στα ΣΔΕ: Εκπαιδευτική λύση ή οριστικός αποκλεισμός των ευάλωτων ομάδων;

 Με αφορμή τον νέο Κανονισμό Λειτουργίας των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας και ειδικότερα το Άρθρο 11, παρ. 7, περί τηλε-διδασκαλίας γραμματισμών, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για την εφαρμογή του μέτρου σε γεωγραφικά απομονωμένες και κοινωνικά ευαίσθητες περιοχές, όπως η ορεινή Ροδόπη.
Ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ), που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 4473/20-8-2025 (Απόφαση 97320/Κ1), στο Άρθρο 11, παρ. 7 (Αξιολόγηση εκπαιδευομένων) αναφέρει το εξής:
Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η διά ζώσης διδασκαλία γραμματισμού λόγω έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού μπορεί να γίνεται από εκπαιδευτικό/εκπαιδευτή ενηλίκων άλλου Σ.Δ.Ε. με μεθόδους σύγχρονης ή/ και ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης. Η οργάνωση και η εποπτεία της διδασκαλίας των γραμματισμών αυτών γίνεται με ευθύνη των Διευθυντών των συνεργαζόμενων ΣΔΕ.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Ε.Ε.Κ. και Δ.Β.Μ. προσδιορίζονται οι επιμέρους λεπτομέρειες για την οργάνωση και υλοποίηση των συγκεκριμένων μεθόδων.
Η απόφαση αυτή έχει αρχίσει ήδη να εφαρμόζεται, ειδικά – και όχι τυχαία- σε παραρτήματα των ΣΔΕ που βρίσκονται σε απομακρυσμένες και απομονωμένες γεωγραφικά περιοχές, στις οποίες το αυξημένο κόστος μετακίνησης οδηγεί σε έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, λειτουργώντας αποτρεπτικά στην απόφασή τους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτά. Ωστόσο, η προκρινόμενη λύση της σύγχρονης ή ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης για την κάλυψη των κενών παραγνωρίζει την ιδιαίτερη παιδαγωγική ανθρωπογεωγραφία των ΣΔΕ. Οι εκπαιδευόμενοι στις συγκεκριμένες περιοχές χαρακτηρίζονται συχνά από χαμηλό συγκριτικά επίπεδο γλωσσικών, κοινωνικών και ψηφιακών δεξιοτήτων, καθώς και από ιδιαίτερα εύθραυστη αυτοεκτίμηση. Κατά συνέπεια, η αντικατάσταση της δια ζώσης διδασκαλίας από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση εγείρει μια σειρά ενστάσεων και προβληματισμών, καθώς ακυρώνει τον βιωματικό χαρακτήρα των ΣΔΕ και αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες των εκπαιδευόμενών τους. Συγκεκριμένα:

    • Η διδασκαλία των γραμματισμών στα ΣΔΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη θεωρία της «μετασχηματίζουσας μάθησης», η οποία προϋποθέτει τη δημιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου για βαθιά αλληλεπίδραση, κριτικό διάλογο και εφαρμογή βιωματικών τεχνικών. Αυτά τα δομικά στοιχεία της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι εξαιρετικά δύσκολο –έως αδύνατο– να αναπαραχθούν στο ψηφιακό περιβάλλον της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, καθώς η έλλειψη της φυσικής εγγύτητας αποδυναμώνει τη δυναμική της ομάδας και την ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενου.
    • Ένας από τους κύριους στόχους τον οποίο καλούνται να υπηρετήσουν τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και η άρση των ποικίλων φραγμών που αντιμετωπίζει η πλειοψηφία των εκπαιδευομένων που φοιτούν σε αυτά. Η οριζόντια εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης για τη διδασκαλία ολόκληρων γραμματισμών αγνοεί το χαμηλό ή και μηδενικό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων των εκπαιδευόμενων, το οποίο επιτείνεται, μεταξύ άλλων, και από και τη δυσκολία πρόσβασης σε τεχνολογικό εξοπλισμό. Η διδασκαλία γραμματισμών αποκλειστικά με μεθόδους τηλεκπαίδευσης σε άτομα με εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων αφενός στερείται παιδαγωγικής αποτελεσματικότητας, και αφετέρου απειλεί να μετατραπεί σε έναν νέο μηχανισμό αποκλεισμού, ακυρώνοντας την ίδια την αποστολή των ΣΔΕ και οδηγώντας τους πιο ευάλωτους πίσω στο περιθώριο.
    • Για τους εκπαιδευόμενους των ΣΔΕ σε περιοχές όπως η Θράκη, όπου η ελληνομάθεια είναι συχνά περιορισμένη, η διδασκαλία υπερβαίνει τη συμβατική μετάδοση πληροφοριών και μετουσιώνεται σε μια σύνθετη διαδικασία κοινωνικής και γλωσσικής ενσωμάτωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η φυσική παρουσία του εκπαιδευτικού είναι αναντικατάστατη, καθώς η διδακτική πράξη βασίζεται στη μη λεκτική επικοινωνία, τη βιωματική επεξήγηση και τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης. Η παρεμβολή της οθόνης υψώνει ένα νέο, ανυπέρβλητο τείχος επικοινωνίας, το οποίο θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε αδυναμία παρακολούθησης, αποθάρρυνση και, τελικά, στον εκπαιδευτικό αποκλεισμό αυτών των πληθυσμών.
    • Βασική παραδοχή της οργάνωσης και λειτουργίας των ΣΔΕ αποτελεί η διεξαγωγή  του  εκπαιδευτικού  τους  προγράμματος  εκτός  των στενών ορίων της σχολικής τάξης, με στόχο να αξιοποιηθούν οι προσφερόμενες μη τυπικές και άτυπες μορφές μάθησης. Δράσεις όπως η επίσκεψη σε  ένα  μουσείο,  η  παρακολούθηση  μιας  συναυλίας,  η  συμμετοχή  σε  ένα  πρόγραμμα  του  τοπικού  Κέντρου  Περιβαλλοντικής  Εκπαίδευσης,  η  πρόσκληση  στο  σχολείο  ενός  ειδικού  επιστήμονα  δεν  αποτελούν  μια  απλή  «εκπαιδευτική  επίσκεψη  ή  εκδήλωση»,  αλλά  είναι  αναπόσπαστο μέρος ενός ανοικτού και εξωστρεφούς Προγράμματος Σπουδών. Η μεταφορά του γραμματισμού σε ένα ψηφιακό περιβάλλον τηλεκπαίδευσης ακυρώνει de facto αυτή τη βιωματική διάσταση, εγκλωβίζοντας τη γνώση σε μια στείρα μετάδοση πληροφοριών και καθιστώντας ανέφικτη την ουσιαστική σύνδεση του σχολείου με την τοπική κοινωνία και τον πολιτισμό. 
    • Για τον ενήλικα εκπαιδευόμενο ορεινών και απομονωμένων περιοχών, το ΣΔΕ αποτελεί τον μοναδικό ασφαλή χώρο κοινωνικοποίησης και τη ζωτική διέξοδο από την απομόνωση. Η υποκατάσταση της φυσικής παρουσίας του εκπαιδευτικού από μια απρόσωπη οθόνη αποσαθρώνει τους δεσμούς εμπιστοσύνης που χτίζονται με κόπο μέσα στην τάξη. Είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι αυτή η προσέγγιση θα επιφέρει άμεση απογοήτευση, οδηγώντας πιθανότατα ευάλωτες ομάδες εκπαιδευομένων στην οριστική εγκατάλειψη της φοίτησής τους και, κατ’ επέκταση, στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Συμπερασματικά, η τηλεκπαίδευση συνάδει με το θεωρητικό πλαίσιο και τους στόχους των ΣΔΕ μόνο όταν λειτουργεί συμπληρωματικά (blended learning) και όχι αποκλειστικά, υποστηρίζοντας την ευελιξία και την πρόσβαση, αλλά χωρίς να αντικαθιστά τη ζωτικής σημασίας δια ζώσης αλληλεπίδραση και τη βιωματική μάθηση. Όταν υιοθετείται ως τεχνική λύση για τη διδασκαλία γραμματισμών αντικαθιστώντας εξ ολοκλήρου την δια ζώσης διδασκαλία τους, τότε υπονομεύει βασικές αρχές που διέπουν το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας των ΣΔΕ, τον παιδαγωγικό τους χαρακτήρα και συνολικά την εκπαίδευση ενηλίκων. 

ΖΗΤΑΜΕ
    • Την κατάργηση της τηλεκπαίδευσης ως κύριο μέσο διδασκαλίας. Μεσοπρόθεσμα τη θεσμική Εξαίρεση των «Δυσπρόσιτων» ΣΔΕ: Την εξαίρεση των ΣΔΕ που λειτουργούν σε γεωγραφικά απομονωμένες ή «ευαίσθητες» περιοχές από την εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης για την κάλυψη κενών. Η ιδιαιτερότητα του εν λόγω μαθητικού πληθυσμού καθιστά τη φυσική παρουσία εκπαιδευτικού απαράβατο όρο λειτουργίας.
    • Θέσπιση Δέσμης Κινήτρων Στελέχωσης: Την υιοθέτηση ειδικών κινήτρων για την προσέλκυση και παραμονή εκπαιδευτικού προσωπικού στις περιοχές αυτές. Προτείνουμε τη θεσμοθέτηση επιδόματος απομακρυσμένων περιοχών, στεγαστική συνδρομή ή/και γενναία αυξημένη μοριοδότηση, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των εκτός έδρας τμημάτων, με όρους ισότητας.
    • Έγκαιρη και Πλήρη Στελέχωση: Την πλήρη κάλυψη των θέσεων με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό πριν από την επίσημη έναρξη του διδακτικού έτους, καθώς και την έγκαιρη ολοκλήρωση των διαδικασιών επιλογής και τοποθέτησης των ωρομίσθιων εκπαιδευτών. Η σταθερότητα του εκπαιδευτικού δυναμικού είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία δεσμών εμπιστοσύνης με τους ενήλικες εκπαιδευόμενους. Η τεχνολογία δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως «λύση ανάγκης» ή χαμηλού κόστους άλλοθι για την υποστελέχωση των δομών, ούτε να υποκαθιστά τη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας για παροχή ποιοτικής, διά ζώσης εκπαίδευσης σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως γεωγραφικής θέσης. 
    • Χρηματοδότηση της μετακίνησης των εκπαιδευομένων των ΣΔΕ . Με υπουργική απόφαση, οι εκπαιδευόμενοι των ΣΔΕ εξαιρέθηκαν από τη χρηματοδότηση για μετακίνησή τους προς και από το σχολείο. Τα παραρτήματα των ΣΔΕ, όπου υπάρχουν, καλύπτουν τις ανάγκες μιας ευρύτερης περιοχής, γεγονός που σημαίνει ότι οι εκπαιδευόμενοι μετακινούνται προς και από το σχολείο καθημερινά. Με δεδομένο αφενός ότι οι εν λόγω περιοχές είναι συνήθως απομονωμένες και δυσπρόσιτες, με κακή ή ανύπαρκτη δημόσια συγκοινωνία και αφετέρου ότι οι εκπαιδευόμενοι αυτών των περιοχών ανήκουν σε ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες που υφίστανται ποικίλους φραγμούς (χαμηλό οικονομικό υπόβαθρο, έλλειψη ιδιωτικού μεταφορικού μέσου, γυναίκες χωρίς δίπλωμα οδήγησης), η απουσία χρηματοδότησης για τη μετακίνηση αποτελεί το σοβαρότερο λόγο που τους αποτρέπει από τη φοίτηση. Η χρηματοδότηση της μετακίνησης ευάλωτων εκπαιδευομένων αποτελεί βασικότατο μέτρο προς την κατεύθυνση των ίσων ευκαιριών πρόσβασης στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Στην εποχή μας, όπου η συμπερίληψη και οι ίσες ευκαιρίες προβάλλονται ως θεμελιώδεις αρχές του εκπαιδευτικού συστήματος, η εκπαίδευση δεν μπορεί και δεν πρέπει να προσαρμόζεται στις ελλείψεις του συστήματος εις βάρος των πιο ευάλωτων· αντίθετα, το σύστημα οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες των ανθρώπων που υπηρετεί. Μόνο έτσι τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας θα συνεχίσουν να αποτελούν πραγματική «δεύτερη ευκαιρία» και όχι έναν ακόμη μηχανισμό αποκλεισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.